WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| hunger n | (wanting food) | πείνα ουσ θηλ |
| | Jane always made huge lunches to satisfy the hunger of her growing children. |
| | Η Τζέιν πάντα έφτιαχνε τεράστιες ποσότητες για μεσημεριανό για να ικανοποιήσει την πείνα των παιδιών της που ήταν στην ανάπτυξη. |
| hunger n | (famine) | πείνα ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | λιμός ουσ αρσ |
| | The town was suffering from hunger and contacted the government for help. |
| | Η πόλη υπέφερε από λιμό και επικοινώνησαν με την κυβέρνηση για βοήθεια. |
| hunger n | figurative (desire) (μεταφορικά) | δίψα ουσ θηλ |
| | | πόθος ουσ αρσ |
| | It was clear that Peter had the hunger that he needed to motivate him. |
| | Ήταν εμφανές πως ο Πήτερ είχε τη δίψα που χρειαζόταν για να του δίνει κίνητρο. |
| hunger for [sth] vi + prep | figurative (feel strong desire) | λαχταράω, λαχταρώ, ποθώ ρ μ |
| | (μεταφορικά: για κάτι) | διψάω, διψώ ρ αμ |
| | Dan hungered for a vacation after being at work on a fishing boat for a month. |
| | Ο Νταν λαχταρούσε διακοπές μετά από ένα μήνα που εργαζόταν σε ένα αλιευτικό σκάφος. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: